Newsroom | naftemporiki.gr

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

"Πώς πνιγήκαμε στα Burberry"

Τα τελευταία 10 χρόνια, η χώρα δεν παρήγε τίποτα, πέρα από λαϊκά σταρ και παικταράδες. Ο Ντέμης κι η Βανδή ήταν η απάντησή μας στο ζεύγος Μπέκαμ και Βικτόρια. Sakis, ο Έλλην Ρίκι Μάρτιν, NIVO σε ρόλο λευκού μαγκίτη, Snoop Doggy Dog από τα προάστια. Fabulous Βίσση, Μαντόνα a la grec. Σόου ολκής, τις νύχτες στις μπουζουκλερί το πόπολο καρδιοχτυπούσε για τη στιγμή που θα πιάσει κι αυτό το μικρόφωνο, «δικό σας» φώναζε η φίρμα, πάμε όλοι μαζί, «έλα να μάθεις πώς είν’ η ζωή κι όλα τα ωραία μέχρι το πρωί». Αρκούσε ένα αόρατο πρόσταγμα για τα αγόρια να σηκώσουν τον γιακά από τον Hilfiger ή τον Ralph Lauren και να μεταμορ φωθούν σε αλάνια-πρίγκιπες του βαλκανικού μας Μπελέρ. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις την κομμώ τρια από την account manager, τη νοσοκόμα από τη μεγαλοεργολάβαινα ή τη γιατρέσσα, όλες τους ντυ μένες Burberry πατόκορφα. Ένα εθνικό καρό μπαλ μασκέ, σαν το βιντεοκλίπ της Νατάσσας Θεοδωρί δου, αυτό που είχε γυρίσει έξω από τα «Harrod’s».

Ήμασταν ο περιούσιος λαός της Ευρώπης. Η συ νεισφορά μας στην ΟΝΕ, εκτός από πλαστά στατι στικά στοιχεία κι επιδοτήσεις που γίνονταν χαρτο πετσετάκια, ήταν οι δέκα τρόποι για να τσακίσεις την πιστωτική σου κάρτα κι ο φρέντο καπουτσίνο. Γάλα και παγάκια, δηλαδή, μέσα στον ζεστό εκ χύλισμα, να χαρώ greek πατέντα! Επαρχιώτισσες φορτωμένες Galliano, όλοι Μύκονο, 3, 2, 1, «Βαρε λάδικο». Χωριάτικη σαλάτα στα 10 ευρώ, ντομα τίνια ιταλικά, φέτα δανέζικη, λάδι σικελιάνικο, δε γαμείς, η ζωή είναι πολύ μικρή, για να είναι θλιβε ρή. Δεν παρήγαμε τίποτα. Ψαροταβέρνες έψηναν φαγκριά Σενεγάλης, σαμπανιέρες στην άμμο, ο lounge ήχος του παριζιάνικου hotel «Costes» αντι λαλούσε στην Ξάνθη και τα Ψακούδια. Κατανάλω ση μοχίτο σε τσανάκα, αντιστρόφως ανάλογη με την εθνική παραγωγή ζαχαρότευτλου. Ήμασταν η Κούβα της Μεσογείου, χωρίς τη μιζέρια του Φιντέλ Κάστρο. Ερωτιάρες λευκές μουλάτες στολισμένες με στρας t-shirt στάμπα των Rolling Stones τσάκι ζαν μέση στα κλαμπ φλερτάροντας με ψωμωμένα ντερβισόπαιδα που φορούσαν φωσφοριζέ πουκά μισα με σήμα Takeshi Kurosawa. Ούζο power και εκλεκτικός γιαπωνέζικος μαξιμαλισμός.
Πολιτικοί με προγούλια ρέμβαζαν στα πριβέ και κοιτούσαν τον λαό τους με λατρεία. Εκείνη τη διόρισαν σε ΔΕΚΟ, εκείνον τον είχαν αναλάβει ερ γολαβία από τον στρατό, βοηθώντας τον, αντί να πάει σε μονάδα στον Έβρο, να γίνει ταϊστής που λιών στο φυλάκιο Λυκαβηττού. Μετά τον βάφτισαν σταζέρ. Με το καλό, θα γινόταν και μόνιμος δημό­σιος υπάλληλος. Ήταν ωραία στον Παράδεισο.


Στις παραλίες τα κορίτσια διάβαζαν ζώδια, συντα γές για τέλειο ριζότο φράουλα και μάσκες ομορφιάς με το αγγούρι στη μάπα, εννοείται πάντα εισαγόμε νο. Ας πούμε, Ισπανίας. Ο Σημίτης ήταν ξενέρωτος, πολύ τεχνοκράτης, βρε παιδί μου, με τον Καραμανλή μπορούσες να παίξεις ένα τάβλι ή μια μπιρίμπα. Σε ενέπνεαν και αυτός και η καλή του: σύζυγος, μητέρα διδύμων, νηπιαγωγός, γιατρός, κάτοχος ντοκτορά, φιγουρίνι σκέτο, καλέ, πώς τα προλαβαί νει; Τα αγόρια ξεκοκάλιζαν τα παραλειπόμενα των αθλητικών εφημερίδων. Πήραμε το Euro 2004 με τη μαγκιά μας, ταπώσαμε τα γερμανικά Πάντσερ και τους φλωρούμπες Σουηδούς δίχως σύστημα, χωρίς καμιά υποδομή, μόνο με τη λεβεντιά μας, ρεεε, τον γίγαντα Καραγκούνη και τη μέθοδο «γιούρια στον ταβλά με τα κουλούρια». Γιατί η Ελλάδα ποτέ δεν πέθαινε, δεν την έσκιαζε φοβέρα καμιά.

Ο Θέμος αναδείχτηκε σε πρότυπο επιτυχημένου πενηντάρη άντρα, εκπρόσωπος της γενιάς του πάρ’ τα όλα, του σεξιστικού άρρωστου χιούμορ και του κυνισμού, αλλά, come on, ήταν περικυκλωμένος από καλλίγραμμες γλάστρες, σχολίαζε βιντεάκια της κυρίας Λουκά, μετέδιδε σε αποκλειστικότητα τσόντες με τον Ζαχόπουλο, τον συνέλαβαν σε κάποια σύνορα με αδήλωτο χρήμα, μη σκας, όλοι έτσι κάνουν. Lakis Gavalas, σπα, νύχι-νύχι artists, style editor, features beauty editor, studio pilates, αυτοφωράκηδες, μποντιμπιλντεράδες σεκιούριτι, θυμάσαι τον πιπερωτή; Εκείνη τη θέση εργασίας στα ρέστο-μπαρ, όπου κομψευόμενος νέος σαν να είχε δραπετεύσει από διαφήμιση του Armani περιφερό ταν στα τραπέζια ρωτώντας αν η κυρία θέλει πιπέρι Ινδίας ή ναπολιτάνικη παρμεζάνα στο πιάτο της. Λες και η κουλή δεν είχε χέρια για να τη βάλει μόνη της.

Απόλυτες Ελληνίδες σταρ, μάνατζερ της χρονιάς, διαχειριστές ανθρώπινων πόρων, ρηξικέλευθες λύσεις ακόμα και για το μεταναστευτικό. Είχαμε τους Αφρικανούς για να πουλούν μαϊμού Gucci στα φτωχαδάκια, που δεν τους περίσσευε για authentic, αλλά θέλαν κι αυτά να πάρουν μερτικό από την ει κόνα. Τις Βουλγάρες για να ξεσκατίζουν τη γιαγιά, τα Ουκρανά για να βγαίνουν τα γούστα στις καβάτζες του κάμπου, τα Αλβανά και τα Πακιστάνια για τα μπετά στα ημιυπαίθρια. Βάλε το αυθαίρετο, βάζω τη διακόσμηση, ιδέες και λύσεις. Μυκονιάτικο deep blue στο Άργος Ορεστικό, α λα Γκαουντί στο Νευρο κόπι, country life στην Εικοσιφοινίσσα. Οι πατριώτες μπορούσαν να ζήσουν και να ονειρευτούν όπως οι αναγνώστριες της «Vogue», να ακολουθήσουν τις συμβουλές του «Wallpaper*». Plasma οθόνες στο σαλόνι μετέδιδαν ασπρόμαυρες ταινίες του Ξαν­θόπουλου. That was then, this is now, ήταν το μότο. Ζούσαμε τη ζωή στο μάξιμουμ, δεν υπήρχαν όρια, δε μετρούσε ο προορισμός, αλλά το ταξίδι. Τα τσι τάτα της διαφήμισης, τα αστείρευτα αποθέματά μας σε θετική ενέργεια και η σωστή χωροθέτηση των σιντριβανιών με τους κανόνες του φενγκ σούι εγγυ ώνταν το ατέρμονο της ελληνικής ευδαιμονίας.

Μπαλωμένοι δρόμοι, χιλιοφαγωμένα οδοστρώ ματα, κλάιν μάιν, δε μασάμε. Η απάντησή μας στο λακκουβιασμένο και παρατημένο εθνικό δίκτυο ήταν τα 4Χ4 με τα και-γαμώ αμορτισέρ, «μία δεν καταλαβαίνει ο κώλος μου, ρε, φάση Καλιφόρνια λέμεεε». Και ποστάρισμα! Τρελό ποστάρισμα! About last night: ανέβαζαν τις φωτογραφίες της χθεσινής νύχτας στα ψηφιακά ευδαιμονικά τους λευκώματα κι όλοι είχαν να κάνουν ένα comment, να μοιραστούν μια φάση, ένα χαβαλέ, ένα «δεν παίζει», «δεν υπάρχεις», ένα «γκαγκάν».

Οι πιο ψαγμένοι, αντί για Μύκονο, έφευγαν Βαρκελώνη κι επέστρεφαν με μαλλί τζίβα. Γιατί παράλληλα με το εθνικό κιτς του βλαχώδους και βλακώδους mainstream, η πατρίδα απέκτησε και εναλλακτική κουλτούρα. Ακαλλιέργητα alternative τυπάκια και ανορθόγραφοι graffiti artists αντι­παρέβαλλαν μοντέλο ζωής προχώ με ισλανδικές γραμματοσειρές και νορβηγικό μίνιμαλ τέκνο. Για κάθε έναν δημόσιο υπάλληλο αντιστοιχούσε κι ένας dj, για κάθε συγγραφέα τύπου Παυλίνας Νάσι ουτζικ που αναζητούσε τον έρωτα στα Βόρεια Προ άστια, αναλογούσε και μια ανερχόμενη ηθοποιός πειραματικού σχήματος, που παρέλασε στην τελετή έναρξης πίσω από τη Μπιοργκ. All was full of love.

Ήμασταν μια χώρα που ζούσε σε παροιμιώδεις φαντασιακούς ρυθμούς. Και ξαφνικά, στοπ. Ανώμα λη προσγείωση. ΔΝΤ. Φέρτε τα λεφτά πίσω. Τι έγινε; Χιούστον, Κεφαλάρι, Πανόραμα, Λάρισα, we have a problem. Η κίνκι συμβασιούχος των ρεπορτάζ του Star Channel από την Πάρο (η νέα Μύκονος) μετα μορφώθηκε σε μελαγχολική άνεργη. Στο μπαρ του τρέντι μπάρμαν πατάει μόνο ο ΣΔΟΕ. Του γιαμπανά αγρότη τις επιδοτήσεις αυτό το αρχίδι ο Όλι Ρεν τώρα του τις ζητάει πίσω. Ελλάς, ρεεε, μας ζηλεύ ουνε, συνωμοτούν εναντίον μας, δε μας πάνε μία, γιατί 10 χρόνια τώρα βγάζουμε τα καλύτερα talent shows, τα πιο ντιριντάχτα next top models, γιατί στα τραγούδια μας οι αετοί πεθαίνουν στον αέρα ελεύ θεροι και δυνατοί, ενώ στα δικά τους άκου ξενε ρωσιά: «They’re afraid of what they see. That’s the price that you all pay, our valued destiny comes to nothing, I can’t tell you where you’re going, I guess there is just no way of knowing».

New Order, ΔΝΤ, οι φάλαγγες της μαύρης νύ χτας, οι πραιτοριανοί της νέας τάξης, οι δυνάμεις της καινούργιας Κατοχής, όπως τις αποκαλούν ο Λαζόπουλος και η Λιάνα. Λαέ, κουράγιο, μη σκύβεις το κεφάλι, η νέα τάξη θέλει… θέλει τι; Επι στροφή στον Στάλιν; Αγροτικά κολχόζ στα Τρίκαλα και γκούλαγκ στο Νευροκόπι, όπου μόνο ο σύντρο­φος Μπογιόπουλος δικαιούται να αποφασίσει για πενθήμερη άδεια των κρατούμενων αστών που κερδοσκόπησαν εις βάρος του λαού; Γιατί και για τη Λιάνα και για τον Λάκη ο λαός είναι πάντα αθώος, ο λαός παρασύρεται από τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα. Ω Θεέ, μήπως εκτός από τα ανυπόφορα κλισέ του lifestyle, τα κλισέ για το προλεταριάτο και την πλουτοκρατία είναι πολύ πιο για τα μπάζα;

Τα τιμημένα γηρατειά, κάγκελο. Κοιτάζουν βουβά, απορούν, εξίστανται, είναι ανήμπορα να εξηγήσουν πώς ο γιος βγήκε χλιδάμπουρας, η νύφη μερακλού shopacholic και το εγγόνι φορώντας κουκούλα βγαί νει στους δρόμους και τα σπάει. «Κάψτε τα όλα, κάψ τε τα όλα», ούρλιαζε η υστερική φωνή, 4 νεκροί στη Marfin, σε αυτόν τον τόπο το κάψιμο ήταν, είναι και θα είναι το εθνικό μας σπορ. Στις μέρες της ευδαιμο νίας καίγανε λεφτά και φιάλες ουίσκι. Στις μέρες της νέας σκλαβιάς καίνε ανθρώπους. «Να απεργούσαν, να ήταν μαζί μας, συμπαραστάτες στον ιερό και όσιο αγώνα μας, θέλουν να μας καταντήσουν Αργεντινή, αυτός είναι ο στόχος τους». Περίεργο! Σε αυτή τη χώρα πάντα δεν ήμασταν με τον Μαραντόνα; Οι μα ντάμες που έβγαιναν στα κοσμικά δεν κόπιαραν τον κότσο, τη φιλανθρωπία και το total look της Εβίτα Περόν; Ο Τσίπρας δεν κανόνιζε να φέρει πετρέλαιο τον περσινό χειμώνα από τον παραδίπλα σύντροφο Ούγκο Τσάβες; Το steak δεν το θέλαμε καλοψημένο στην πέτρα α λα λατινοαμερικάνικα;

Το καλοκαίρι έρχεται βασανιστικά αργά. Αν ήταν σαν πέρσι, τέτοιες ώρες θα προσευχόμασταν για τον Αλκαίο στη Eurovision, θα κλείναμε τσάρτερ για να θαυμάσουμε τις γκολάρες στη Νότια Αφρι κή, θα ξεροσταλιάζαμε μπροστά στα περίπτερα με τα αθλητικά πρωτοσέλιδα που θα υμνούσαν τα λιοντάρια, τους γενναίους, τα Ελληνόπουλα που πάντα βρίσκουν την άκρη. Φέτος μάλλον όχι. Κά νουμε την αυτοκριτική μας; Δεν υπάρχει λόγος. Οι Έλληνες έχουν πάντα δίκιο, το σύμπαν φταίει που συνωμοτεί για να τους καταστρέψει, κι ας ο Κοέλιο τα τελευταία χρόνια μας δίδαξε το αντίθετο.

(Editorial του Στέφανου Τσιτσόπουλου από το τρέχον SOUL)

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Ο μπαρμπα-Μήτσος από τα Γρεβενά

Του Πάσχου Μανδραβέλη στην «Athens Voice»

Ο μπαρμπα-Μήτσος από τα Γρεβενά διατηρούσε ένα μικρό μαγαζάκι. Δούλευε Κυριακές και υπερωρίες χωρίς να πληρώνεται. Έκλεβε λίγο στο ζύγι –«για να τα φέρνει βόλτα»–, δήλωνε στην εφορία όσα ακριβώς χρειαζόταν για να μην πληρώνει, αλλά «ποιος δεν κάνει το ίδιο;». Μεγάλωσε δυο παιδιά, τα σπούδασε και περιμένει να διοριστούν στο δημόσιο. Το μαγαζί έτσι κι αλλιώς δεν έχει μέλλον. Τώρα το έχει στο όνομα της γυναίκας του, για να συμπληρώνει τη σύνταξή του. Γι’ αυτή τη σύνταξη πλήρωσε πολλά στο παλιό Ταμείο Εμπόρων και νυν ΟΑΕΕ. Κάθε πρώτη του μηνός, επί 45 έτη, περνούσε ο εισπράκτορας...

Όποτε ο μπαρμπα-Μήτσος πήγαινε στο καφενείο, κάποιος του σφύριζε για τους εθνικούς κινδύνους που απειλούν τη χώρα. Όλοι –και ειδικά οι Τούρκοι– εξοπλίζονταν. Έτσι ο μπαρμπα-Μήτσος αγρίευε. Του τριβέλιζαν τ’ αυτιά για την ανισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και αυτός, ρητορικά τουλάχιστον, πλειοδοτούσε: «F15 οι Τούρκοι; F16 εμείς. Εκατό άρματα μάχης οι Τούρκοι; Διακόσια εμείς». Το περίεργο ήταν ότι όσα περισσότερα όπλα ήθελε ο μπαρμπα-Μήτσος, τόσα περισσότερα χρειάζονταν. Κάθε μέρα η ανισορροπία στο Αιγαίο χειροτέρευε. Και δώσ’ του φρεγάτες και δώσ’ του υποβρύχια. «Πάνω απ’ όλα η πατρίς» έλεγε, αλλά έκανε και δεύτερες σκέψεις: «Σάμπως θα τα πληρώσω εγώ; Να πληρώσουν αυτοί που έχουν. “Το κεφάλαιο”, που ’λεγε και ο Μπάμπης ο αριστερός».

Κάπως έτσι ψήθηκε και για την «Ολυμπιακή». Ένα εκατομμύριο την ημέρα κόστιζε, αλλά μόλις...
τον ρώτησαν «θες εθνικό αερομεταφορέα;», αμέσως απάντησε «ναι». Μπορεί να μην είχε δει αεροπλάνο στη ζωή του αλλά η λέξη «εθνικός» τον γαργαλούσε. Εξάλλου, όπως είχε πει και ο Μπάμπης ως έσχατο επιχείρημα για τη χρησιμότητα του κρατικού αερομεταφορέα, αν μας την έπεφταν οι Τούρκοι δεν έπρεπε να έχουμε πρόχειρα μερικά αεροπλάνα για να μεταφέρουν το στρατό μας στα νησιά;

Για εθνικούς λόγους τάχθηκε αναφανδόν και υπέρ της Ολυμπιάδας. Όταν τον ρώτησαν «θες να γυρίσουν οι Ολυμπιακοί στη χώρα που τους γέννησε;» αμέσως συγκινήθηκε: «Θέλει και ρώτημα; Μας ανήκουν και είναι απορίας άξιον πώς δεν γύρισαν ακόμη». Έβρισε την Κόκα-Κόλα και τους Αμερικανούς που μας έκλεψαν τη centennial Ολυμπιάδα του 1996, αλλά ανατρίχιασε όταν το 1997 ο μακαρίτης Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ είπε με σπαστά αγγλικά “and the city izzz... ATHENS!”. Ο μπαρμπα-Μήτσος ανήκε στο 97% των Ελλήνων που απαντούσε καταφατικά στις δημοσκοπήσεις για τους Ολυμπιακούς που μας ανήκουν.

Φυσικά, χάρηκε τόσο πολύ για τα μετάλλια της άρσης βαρών και για τα «ιπτάμενα παιδιά του», που χειροκροτούσε όταν η «πατρίς ευγνωμονούσα» τους προσλάμβανε τιμητικά στο δημόσιο. «Τόσοι και τόσοι μπαίνουν» σκέφτηκε, «στους ελλαδονίκες, βαλκανιονίκες, ολυμπιονίκες κ.λπ. θα κολλήσουμε;»

Κάθε λίγο και λιγάκι κάποιοι εθνικοί, κοινωνικοί, πολιτιστικοί λόγοι ορθώνονταν για να ξοδεύει το κράτος περισσότερα. Πολιτικοί, συνδικαλιστικοί, πνευματικοί ταγοί της χώρας συμφωνούσαν στα παράθυρα της τηλεόρασης «για την αναγκαιότητα ίδρυσης κάποιων φορέων» ή την «ανάγκη ενίσχυσής τους, επειδή παράγουν πλούσιο και σημαντικό έργο», το οποίο χρειάζεται η πατρίς. Οι βουλευτές πλειοδοτούσαν στο καφενείο για «έργα πνοής στην περιφέρεια, που θα αλλάξουν το πρόσωπο του νομού», αρκεί να τους εξέλεγαν. «Είναι δυνατόν να έχει κέντρο γούνας η Καστοριά και να μην έχουμε ένα Ινστιτούτο Μελέτης Ξύλου στα Γρεβενά, εμείς που έχουμε τόσα κωνοφόρα δένδρα;» του έλεγαν κι εκείνος έβρισκε αμέσως δίκιο στο αίτημα: «Έλα ντε! Είναι δυνατόν να μας ρίχνουν έτσι;».

Κατά καιρούς, στα δίκαια αιτήματα του δικού του νομού προστίθεντο και άλλα δίκαια αιτήματα άλλων νομών ή και πιο απομακρυσμένων. Στην Κοζάνη ζητούσαν κέντρο μελισσοκομίας επειδή είχε η Νάουσα, και στην Αθήνα –κέντρο των γραμμάτων και των τεχνών– όλο και κάποιος φορέας με «πλούσιο και σημαντικό έργο» χρεοκοπούσε κι έπρεπε το κράτος να τον συνδράμει. Ο μπαρμπα-Μήτσος δεν είχε σχέσεις ούτε με τη μελισσοκομία ούτε με τα γράμματα, αλλά άκουγε τους ταγούς του έθνους και (στην καλύτερη περίπτωση) σιωπούσε. Εξάλλου, αυτός θα τα πλήρωνε; «Να πληρώσει το κεφάλαιο» που ’λεγε και το ΚΚΕ.

Έτσι, δεν μίλησε όταν ξαναστήθηκε η αγροφυλακή. Ήξερε ότι δεν χρειαζόταν, αλλά πάλι ψυχοπόνεσε όταν έμαθε ότι σε κάποιους υποσχέθηκαν πρόσληψη το 1993 (για να κάνουν αυτό που δεν χρειαζόταν) και μέχρι το 2006 δεν είχαν αρχίσει να πληρώνονται. Τι πάει να πει «δεν έχουν αντικείμενο»; Να γίνουν «οικολογική αστυνομία», όπως είπε κι ένας πολιτικο-πνευματικός ταγός του έθνους.

Ο μπαρμπα-Μήτσος ψυχοπονούσε με κάθε «δίκαιο αίτημα» και όλα τα αιτήματα ήταν δίκαια. Όποτε τον ρωτούσαν «να βγει η κυρα-Μαρία στη σύνταξη στα 50, επειδή πριν χρόνια έκανε τρία παιδιά;», εκείνος απαντούσε «ναι» ή δεν μιλούσε. Βλέπετε, τον αγριοκοίταζε και ο Μπάμπης ο Κουκουές στο καφενείο. Αυτός πάλι δεν το ’χε σε τίποτε να τον κράξει ως «νεοφιλελεύθερο», αν τολμούσε να ρωτήσει, «μα πρέπει να παίρνουν σύνταξη και οι κόρες των δημοσίων υπαλλήλων;». Ο μπαρμπα-Μήτσος δεν ήξερε τι σημαίνει η λέξη «νεοφιλελεύθερος», αλλά του ’χαν πει ότι είναι ο «ανάλγητος», λέξη που επίσης δεν γνώριζε.

Έτσι, κάθε φορά ο μπαρμπα-Μήτσος συναινούσε. Και για τα μικρά και για τα μεγάλα. «Να κάνουμε Εθνικό Κέντρο Χορού;» «Ε, άμα είναι “εθνικό” να το κάνουμε».


«Να κάνουμε Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης;» «Ε, άμα είναι ευρωπαϊκό, θέλει και ρώτημα;»


«Να δώσουμε επιδοτήσεις σε κάποιους που δηλώνουν επιχειρηματίες για να υπερτιμολογήσουν και τα μηχανήματα και να βοηθήσουν την ανάπτυξη;» «Μα τι λέτε; Η ανάπτυξη πάνω απ’ όλα».

«Ξέρεις, φωνάζουν κάτι αγρότες της Θεσσαλίας. Φυτεύουν βαμβάκι που δεν αγοράζει κανένας. Να τους δώσουμε 500 εκατομμύρια, όπως λέει ο βουλευτής τους, που είναι και υπουργός Γεωργίας;» «Φυσικά! Εγώ μόνο ξέρω πόσο σκληρή είναι η ζωή του αγρότη. Ο πατέρας μου ξεροστάλιαζε ολημερίς στο λιοπύρι».

«Ξέρεις, το λιμάνι δεν βγαίνει κι αποφασίσαμε να το δώσουμε στους Κινέζους. Γκρινιάζουν, όμως, οι λιμενεργάτες που θα χάσουν 50-100 χιλιάρικα το χρόνο. Να τους δώσουμε κανένα 250άρι χιλιάρικα στον καθένα να πάν’ στην ευχή της Παναγίας, για να μη δημιουργηθεί κοινωνικό πρόβλημα;» «Δώσ’ τα, να μην έχουμε κοινωνικές εντάσεις, που λέει κι ο Μπάμπης».

«Πρέπει να δώσουμε και την Ολυμπιακή. Κοστίζει πολλά... Να χρυσώσουμε το χάπι στους εργαζόμενους βγάζοντάς τους στη σύνταξη στα 45, με 2-3 χιλιάρικα το μήνα;» «Μα για 1,16 δισ. θα κάνουμε τώρα θέμα; Παρακαλώ...»

«Το ποδόσφαιρο είναι το παιγνίδι του λαού, αλλά οι ΑΕ που το διαχειρίζονται έχουν πολλά χρέη. Να τους ξελασπώσουμε με μια ρύθμιση;» «Καλά, εισιτήρια δεν κόβουν; Τηλεοπτικά δικαιώματα δεν εισπράττουν;» «Πώς! Παίρνουν, αλλά κάνουν κι ακριβές μεταγραφές. Για σένα, βρε χαζέ... Για να έχεις καλό θέαμα και νίκες στην Ευρώπη». «Να τα ρυθμίσουμε. Εξάλλου, οι περισσότερες ΠΑΕ είναι θρησκεία. Όπως επιδοτούμε την ορθόδοξη, έτσι και τον ΠΑΟΚ. Μη μας πουν ότι δεν είμαστε κι ανεξίθρησκοι».

«Μια κι ανέφερες τα τηλεοπτικά δικαιώματα, ξέρεις, και τα κανάλια δεν βγαίνουν. Μην τους ζητάμε τώρα να πληρώσουν και τις συχνότητες που καταπάτησαν. Έχουν κι ένα προβληματάκι με χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία και κάποια κρούσματα φοροδιαφυγής. Να τα ρυθμίσουμε για χάρη της πολυφωνίας και της υγιούς δημοκρατίας;» «Ε, άμα είναι για την πολυφωνία της Μενεγάκη και του Ψινάκη, να το κάνουμε. Έτσι κι αλλιώς τζάμπα τους κάνω χάζι κάθε μέρα».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά περνούσε ο καιρός και ο αφανής λογαριασμός μεγάλωνε. Ο ένας υπουργός έφτιαχνε αγροτικό κανάλι. Προς δόξα της πολυφωνίας πλήρωνε 68 δημοσιογράφους, άσχετα αν το κανάλι δεν λειτούργησε ποτέ. Ο άλλος είχε συστήσει επιτροπές διανομής της αλληλογραφίας: «Ξέρετε πόσα λίγα παίρνει ένας άνθρωπος του υπουργού για να τρέχει όλη μέρα;». Κάποιος άλλος είχε κάνει προαστιακό σιδηρόδρομο στη Θράκη, όπου όλως τυχαίως εκλεγόταν. Διόρθωσε μια ιστορική αδικία, είπε. Κάθε υπουργός έφτιαχνε μερικούς φορείς. Έστηνε μια συνέντευξη τύπου για να διαλαλήσει πόσο πλούσιο και αναγκαίο έργο θα προσφέρει και προσλάμβανε κάποιους για να τον στελεχώσουν – «τόσα χρόνια σπούδασαν τα παιδιά, πού αλλού θα μπορούσαν να δουλέψουν;». Και ο μπαρμπα-Μήτσος δεν γκρίνιαζε. Μπορεί κάποια πράγματα να του φαίνονταν υπερβολικά, αλλά όλα κάποιον ευγενή ή ανώτερο σκοπό εξυπηρετούσαν. Όσο για τα λεφτά, κανένα πρόβλημα. «Έχει ο Θεός!» σκεφτόταν. Θεός στη σύγχρονη Ελλάδα είναι το κράτος.

Κάποιο πρωί, όμως, εμφανίστηκαν στην πόρτα του τρεις ξανθόμαλλοι με ξενικά ονόματα. «Ξέρετε, χρωστάτε 30.000 ευρώ» του είπαν. «Εγώ;» ψέλλισε αποσβολωμένος ο μπαρμπα-Μήτσος. «Εσύ κι όλο σου το σόι» αγρίεψαν αυτοί. «Τριάντα χιλιάρικα εσύ και τριάντα η σύζυγος. Συν εξήντα των δύο παιδιών σας, 120.000. Έχεις και τέσσερα εγγόνια; Τελικό σύνολο 240.000». «Μα χρωστάνε και τα μωρά;» ξαναρώτησε ο μπαρμπα-Μήτσος. «Κυρίως αυτά» του απάντησαν βλοσυροί.

Τώρα ο μπαρμπα-Μήτσος βρίσκεται στο Σύνταγμα. Μουντζώνει τη Βουλή και φωνάζει «κλέφτες». Κοίταξε τους λογαριασμούς, για τους οποίους τόσο καιρό αδιαφορούσε, και βρήκε ότι αρκετοί από τους εθνικούς, κοινωνικούς, και πνευματικούς ταγούς ήταν ευαίσθητοι με το αζημίωτο. Δεν ξέρει, όμως, ή δεν θέλει να ακούσει ότι τα κλοπιμαία είναι μόνο ένα μικρό κλάσμα των 300 δισ. που χρωστά αυτός, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Ένα μεγάλο μέρος έγιναν έργα. Πολλά ήταν χρήσιμα, κάποια ήταν άχρηστα, αλλά όλα ήταν υπερτιμολογημένα. Οι εργολάβοι δεν έφτιαχναν μόνο δρόμους, χρηματοδοτούσαν και την περισσότερη πολυφωνία που υπήρξε ποτέ στην παγκόσμια ιστορία.

Ένα άλλο, μεγάλο επίσης, κομμάτι είναι οι «ευαισθησίες» που του καλλιεργούσαν. Κάποιες από αυτές χρειάζονταν. Η παιδεία, η υγεία, η προστασία των πραγματικά αδυνάτων. Άλλες, πάλι, ήταν εμμονές μιας γενιάς που δεν έζησε όπως έπρεπε τα σίξτις κι αποφάσισε με τα λεφτά του μπαρμπα-Μήτσου να ζει την καρικατούρα τους. Για παράδειγμα, όποτε μπούκαραν οι χουλιγκάνοι στα πανεπιστήμια και τα κατέστρεφαν, κανείς δεν γκρίνιαζε για το λογαριασμό. «Τα εργαστήρια ξαναφτιάχνονται, μπαρμπα-Μήτσο» του ’λεγαν. «Αν χαθεί το άσυλο, χανόμαστε όλοι». Στο κάτω-κάτω της γραφής, τα παιδιά πάλευαν για δημόσια και ισχυρή παιδεία, που ’λεγε και ο κυρ-Αλέκος.

Έτσι, λοιπόν, ο μπαρμπα-Μήτσος βρέθηκε στο Σύνταγμα να βρίζει τους πολιτικούς, επειδή του έκαναν τα χατίρια. Το περίεργο είναι ότι μαζί μ’ αυτόν βρίσκονταν και όλοι εκείνοι που του ζάλιζαν τ’ αυτιά «να κάνουμε το ένα και να πληρώσουμε το άλλο». Δεν μπορούσε να λείπει και ο Μπάμπης ο αριστερός. Αυτός φώναζε περισσότερο απ’ όλους. Μόλις είδε τον μπαρμπα-Μήτσο, του άνοιξε μεγάλη αγκαλιά. «Τα τιμημένα γηρατειά είναι πάντα μπροστά στους ταξικούς αγώνες. Ήρθε η ώρα, μπαρμπα-Μήτσο, να παλέψουμε για τα κοινωνικά μας δικαιώματα. Για να ξεπεράσουμε την κρίση πρέπει να προσλάβουμε άλλους 100.000 στο Δημόσιο...»

«Για περίμενε, ρε Μπάμπη» αντιμίλησε για πρώτη φορά ο μπαρμπα-Μήτσος. «Ποιος θα τους πληρώσει αυτούς;»

«Μα το κεφάλαιο» απάντησε με ταξική υπερηφάνεια το επαγγελματικό στέλεχος του κόμματος.

«Ποιο κεφάλαιο, ρε Μπάμπη; Εδώ κρουαζιερόπλοιο δεν πλησιάζει στον Πειραιά, επειδή εσείς στήνετε καθημερινά μπλόκα. Θα έρθει το κεφάλαιο να βάλει λεφτά στην Ελλάδα;»

«Έ, όχι και να αλωνίζουν τη χώρα οι επενδυτές, μπαρμπα-Μήτσο! Είπαμε: η κρίση είναι καπιταλιστική και οι καπιταλιστές πρέπει να πληρώσουν. Είναι δεν είναι εδώ. Για την αναδιάρθρωση του χρέους πήρε τίποτε τ’ αυτί σου;»